Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Σύννεφο με παντελόνια...

Η Mad φιλοσοφία της ημέρας - Νο 90

Θεέ μου, δωσ΄ μου υπομονή !

Πολλές σκοτούρες ή καμιά χαρά ;

Τα φουστανάκια των αγοριών

Ξεριζώστε την άγνοια !

Η κοπέλα που έγινε λούστρος στην Αθήνα του 1911

    «Δεσποινίς-λούστρος»,  έγραψαν με θαυμασμό και συνάμα με απορία οι εφημερίδες της εποχής. «Το πράγμα δεν είνε σύνηθες, όχι μόνον διά τας Αθήνας αλλά και δια πόλεις μεγαλυτέρας και μάλλον προηγμένας εις τα τοιούτου είδους κοινωνικά ζητήματα», εγραφαν τον Μάρτιο του 1911 οι δημοσιογράφοι. 
   Στο ρεπορτάζ  τους σημείωναν ότι, » δεν χρειάζεται μόνον θάρρος και δύναμις θελήσεως διά μίαν γυναίκα – και μάλιστα νέαν και όχι άσχημον- να αποφασίσει  να καθίση εμπρός εις το χαλκοστόλιστον κασελάκι του υποδηματοκαθαριστού, αλλά είναι επίσης απαραίτητος και η ανοχή της κοινωνίας προς το παράξενον τούτο θέαμα».
    Η καθόλου άσχημη, άρα ωραία κοπέλα, ονομαζόταν Βασιλική Οικονόμου. Τόλμησε να εγκατασταθεί στην πλατεία Ομονοίας δίπλα στο περίπτερο του τραμ, ανάμεσα σε δύο άνδρες λούστρους. Αμέσως, άρχισε να καθαρίζει τα παπούτσια των περαστικών μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ανταγωνιστών της.
Ο ξυλοδαρμός της Βασιλικής 
   Σύμφωνα με τον χρονογράφο της εφημερίδας «Εμπρός», τα μάγουλα της κοπέλλας ήταν κατακόκκινα, όχι λόγω της ενδεχόμενης ντροπής που μπορεί να αισθάνθηκε παραβιάζοντας το άβατο των ανδρών, αλλά από τα χαστούκια ενός συγγενικού της προσώπου που της επιτέθηκε, μόλις έμαθε τη δραστηριότητά της . 
   Το καταπληκτικό είναι ότι οι άνδρες συνάδελφοί έσπευσαν αμέσως σε βοήθεια και την απέσπασαν από τα χέρια του «προσβεβλημένου» αδελφού. «Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, πολύ περισσότερο αυτή του βιοπαλαιστή», φώναξαν οι λούστροι της Ομονοίας και περιέθαλψαν με συμπάθεια τη Βασιλική. 
   Όπως προέκυψε από το ρεπορτάζ, η Βασιλική ήταν μια έντιμη κοπέλα που μπροστά στην απελπισία της ανεργίας έστησε το κασελάκι της για να μπορέσει να ζήσει. Και το έκανε με αξιοπρέπεια.
Ο γυναικείος ανταγωνισμός
   Τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν πάνω στους λούστρους της Ομόνοιας που έδωσαν αρκετές συνεντεύξεις. Όταν ένας από αυτούς ρωτήθηκε εάν φοβάται τον γυναικείο ανταγωνισμό στην δουλειά, απάντησε γελώντας «μιά γυναίκα δεν μπορεί να με φτάσει σε ταχύτητα. Όσο αυτή θα γυαλίζει ένα ζευγάρι, εγώ θα γυαλίζω τρία. Και θα τα γυαλίζω καλύτερα». 
Στο ερώτημα τι θα γίνει εαν και άλλες γυναίκες μιμηθούν τη Βασιλική, έδωσε μια αποστομωτική απάντηση: «Στην Αθήνα υπάρχουν 300 χιλιάδες πόδια. Όσο κι αν πληθύνουν οι λούστροι πάντα θα είναι αρκετά τα πόδια για να ζούμε»!.
Η Μηχανή του Χρόνου 
Κάτι παρόμοιο στο blog :
"- Α, να χαθείς, λούστρε !! "  

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Σπλάχνο μου !

Μέγα έγκλημα !

Πλάκα μου κάνεις ;

Ο χαμένος κρίκος του ανθρώπινου είδους

Αντίθετα και συμπληρωματικά στοιχεία

Τα αόρατα νήματα

Τσίτα, μια αμφιλεγόμενη σταρ !

   Σε βαθιά γεράματα, και αρκετά μακριά από τη ζούγκλα που τον έκανε διάσημο σε όλον τον κόσμο, ο – αρσενικός στην πραγματικότητα – χιμπαντζής του Ταρζάν άφησε την τελευταία του πνοή.
   Η 80χρονη Τσίτα, ο χιμπαντζής που έκανε κινηματογραφική καριέρα, πέθανε την παραμονή των Χριστουγέννων του 2011 από ηπατική ανεπάρκεια, όπως είχε ανακοινώσει το Καταφύγιο Προστασίας Πρωτευόντων Θηλαστικών Suncoast, στο Παλμ Χάρμπορ της Φλόριντα των ΗΠΑ, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. 
    «Με μεγάλη λύπη η κοινότητα έχασε μία αγαπημένη φίλη κι ένα μέλος της οικογένειάς στις 24 Δεκεμβρίου: η Τσίτα, σταρ των ταινιών του Ταρζάν, έφυγε από τη ζωή λόγω ηπατικής ανεπάρκειας», αναφέρει η ανακοίνωση του καταφυγίου.  
   Ο χιμπατζής που «έπαιξε» την Τσίτα στην πρώτη και πιο θρυλική απ’ όλες τις ταινίες Ταρζάν (που γυρίστηκε στις αρχές της 10ετίας του ’30) κατάφερε να επιζήσει των δυο άλλων συμπρωταγωνιστών του: του Τζόνι Βαϊσμίλερ που πέθανε το 1984 σε ηλικία 79 ετών και της Μορίν Ο’ Σάλιβαν, της Τζέιν, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών το 1998. 
   Τον ανακάλυψε ένας εκπαιδευτής σε ένα ταξίδι του στην Αφρική τον Απρίλιο του 1932. Είχε μια καριέρα που πολλοί θα ζήλευαν, από τις πρώτες ταινίες του Ταρζάν την περίοδο 1932-1934, δίπλα στον Βαϊσμίλερ και στη Μορίν Ο' Σάλιβαν και όχι μόνο, καθώς και στην τηλεοπτική σειρά του 1966-1968. 
   Πηγές του Χόλιγουντ επιμένουν ότι ο ίδιος χιμπατζής, όχι βέβαια με το όνομα Τσίτα, έπαιξε και σε άλλες μεταγενέστερες ταινίες (50 ταινίες που είχαν σχέση με τη ζούγκλα). Έκανε την τελευταία του εμφάνιση στη «μεγάλη οθόνη» το 1967 στην ταινία Doctor Dolittle. 
   Όταν αποτραβήχτηκε από τα φώτα, κάποια στιγμή στη δεκαετία του '60, μετακόμισε από το αγρόκτημα Βαϊσμίλερ στο Παλμ Χάρμπορ, είπε στην εφημερίδα «Tampa Tribune» η Τέμπι Κομπ, υπεύθυνη του χώρου όπου έμεινε η Τσίτα ως το τέλος.
   Το 2005 μπήκε στο Βιβλίο Γκίνες ως ο γηραιότερος ανθρωποειδής πίθηκος. Του άρεσε να καπνίζει και να πίνει. Και παρότι ο μέσος όρος ηλικίας των χιμπατζήδων είναι τα 50 χρόνια, εκείνος έζησε μέχρι τα 80 του. 
Η Τσίτα ήταν «μαϊμού»;
   Ποιο ήταν όμως το μυστικό της μακροζωίας της; ρωτούσαν πολλοί. Οι χιμπαντζήδες σε αιχμαλωσία στους ζωολογικούς κήπους ζουν γύρω στα 35-45 χρόνια (κατ' άλλους 60), ενώ οι άλλοι εκεί έξω στις ζούγκλες περί τα 25-35. Οι ειδικοί θεωρούν απίθανο ο χιμπαντζής - σταρ να έζησε... 80 χρόνια. 
Ήταν, λοιπόν, η αληθινή Τσίτα 
των ασπρόμαυρων ταινιών;
   Μια άλλη πάντως στην Καλιφόρνια, που κυκλοφόρησε για ένα φεγγάρι σαν η Τσίτα των ταινιών, αποδείχτηκε αφού έγινε έρευνα στο βιογραφικό της ότι δεν ήταν αυτή.
   Στο «Ψέμα της ζούγκλας: Η αλήθεια για την Τσίτα, τον χιμπαντζή» ο Ρ. Ντ. Ρόζεν περιγράφει πως προσπαθώντας να συγκεντρώσει στοιχεία για να γράψει την «επίσημη» βιογραφία της Τσίτα βρήκε πολλές ανακρίβειες. 
   Ποια ήταν η πραγματική Τσίτα; Γεννήθηκε πράγματι το 1932 ή το 1960, όπως υποστήριζε άλλη εκδοχή για το διάσημο ζώο; Και πόσοι διαφορετικοί, αρσενικοί και θηλυκοί, χιμπαντζήδες «έπαιρναν» τον ρόλο, όπως γινόταν με τη Λάσι;
   Επιφυλάξεις για την πραγματική ταυτότητα της Τσίτα διατυπώνει και η ιστορικός κινηματογράφου Ιβ Γκόλντεν : «Δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι αυτός ο χιμπαντζής είχε εμφανιστεί στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. 
  Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με αστικό μύθο. Εκτός αν μας δείξουν την κάρτα μέλους από το συνδικάτο των ηθοποιών», τόνισε.
   Τελικά ο χιμπαντζής που άφησε την τελευταία του πνοή στα 80 του χρόνια σε ένα κέντρο φροντίδας ζώων στο Μαϊάμι ήταν πράγματι η Τσίτα που έχουμε δει όλοι στο πλευρό του Τζόνι Βαϊσμίλερ;
   Κανένας τελικά δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ήταν όμως πολλοί οι φανατικοί φίλοι της - ανάμεσα σε αυτούς και επαγγελματίες του Χόλιγουντ, όπως ο παραγωγός Μάθιου Ντέβλεν που ξεκίνησε ολόκληρη εκστρατεία για να αποκτήσει η Τσίτα το δικό της αστέρι στη Λεωφόρο της Φήμης στο Χόλιγουντ.
Ο μεγάλος ζωγράφος
   Και αυτός, ο χιμπαντζής πάντως, έγινε αγαπητός στο κοινό. Τσίτα ή όχι, ήταν εξωστρεφής και του άρεσε να ζωγραφίζει με τα χέρια και να παρακολουθεί αμερικάνικο ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Κάποιοι από τους πίνακές του, που ως τεχνοτροπία εντάχθηκαν στην κατηγορία της αφηρημένης τέχνης, πουλήθηκαν στους φαν  
   Στεκόταν όρθια, με στητούς ώμους και επικοινωνούσε. Σύμφωνα πάντα με τα όσα είπαν οι άνθρωποι που ήταν κοντά της ως το τέλος, στην Τσίτα δεν άρεσε να βλέπει ζώα στην τηλεόραση.
    Ήταν αστείος και προικισμένος με την αρετή της ενσυναίσθησης. «Μπορούσε να καταλάβει αν είχα καλή ή άσχημη μέρα, προσπαθούσε πάντοτε να με κάνει να γελάσω», διηγείται ένας εθελοντής του κέντρου. 
   Σύμφωνα με την υπεύθυνη του καταφυγίου, έμοιαζε να συντονίζεται με τα ανθρώπινα συναισθήματα και της άρεσε να βλέπει τους ανθρώπους να γελούν. 
   Δε δημιουργούσε προβλήματα, αλλά όταν συνέβαινε κάτι που δεν του άρεσε, πετούσε κόπρανα, είπε ο Ρον Πριστ, εθελοντής στο Ίδρυμα.
   Αν πρόκειται για την πραγματική Τσίτα, φαίνεται ότι ο μόνος άνθρωπος που δεν την συμπαθούσε στον κόσμο ήταν η κινηματογραφική Τζέιν, η ηθοποιός Μορίν Ο'Σάλιβαν. Όπως αποκάλυψε στο twitter η κόρη της η Μία Φάροου, «η μητέρα μου κάθε φορά που αναφερόταν σε αυτήν έλεγε "εκείνο το μπάσταρδο"».
Me Cheeta, You Booker
    Στις 28 Ιουλίου του 2009 ένα περίεργο βιβλίο εμφανίστηκε στη «μακριά» λίστα των υποψηφίων για το βραβείο Booker.
Είκοσι χρόνια συγγραφέας ο Τζέιμς Λέβερ τράκαρε τελικά την επιτυχία με μια υπογραφή... μαϊμού. Το «Me Cheeta» του Τζέιμς Λέβερ είναι ένα κωμικό μυθιστόρημα, στο οποίο η Τσίτα του κινηματογραφικού Ταρζάν ξεδιπλώνει την αυτοβιογραφία της, με μνήμες από τα χρόνια της στο Χόλιγουντ.
   Την πανέξυπνη ιδέα, μάλιστα, ο Λέβερ προσπάθησε να την πάει ως το τέλος. Δήλωσε και επίσημα στην επιτροπή ως συγγραφέα τη διάσημη μαϊμού Τσίτα, «το κατά το Γκίνες γηραιότερο μη ανθρώπινο πρωτεύον θηλαστικό, που ζει μια χλιδάτη ζωή συνταξιοδοτημένο κάπου στο Παλμ Σπρινγκς» !
   Τα μέλη της επιτροπής πέρασαν μέρος της συνεδρίασης διαβάζοντας απολαυστικά κομμάτια του βιβλίου ο ένας στον άλλο. Και ξεκίνησαν ένα σαφάρι για τον πραγματικό συγγραφέα, με αρχικούς υπόπτους τον Μάρτιν Εϊμις και τον Γουίλ Σελφ !
    Τελικά άνθρωπος πίσω από τον χιμπατζή αποδείχθηκε ο παγκοσμίως άγνωστος τριανταοκτάχρονος και πρωτάρης στη λογοτεχνία Τζέιμς Λέβερ.
   Γιος δικαστή από το Μπόλτον, σπούδασε στην Οξφόρδη και μετακόμισε στο Λονδίνο όπου έφαγε τα νιάτα του «υπερφτωχός» προσπαθώντας να γράψει ένα έπος 900 σελίδων για τη ζωή Λατινοαμερικάνου γκόλφερ, που πηδάει από κρεβάτι σε κρεβάτι. 
   Την αποτυχία του πλήρωσε γράφοντας για τηλεοπτικές παραγωγές που δεν υλοποιήθηκαν, γυρνώντας εταιρικά βίντεο και κάνοντας επιμέλεια σε βιβλία άλλων. 
   Σήμερα δηλώνει πως το μόνο σωστό που έκανε ήταν που δεν έγραψε τελικά τίποτα στα 20 κάτι του, «γιατί θα ήταν έτσι και αλλιώς κακό λόγω ηλικίας». 
   Και βρίσκει πως το «Me Cheeta» είναι η κακή και «ατελής» υλοποίηση μιας καλής ιδέας και ότι η επιτροπή θα εκτεθεί αν το συμπεριλάβει στις τελικές υποψηφιότητες.
   Το βιβλίο του, κομπλέ με φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο της διάσημης όσο και τριχωτής αυτοβιογραφούμενης μαϊμούς, είναι μια φαρμακερή κριτική της χρυσής εποχής της αμερικανικής σόου μπιζ.
    Περιλαμβάνει από ερωτικά τρίο της μαϊμούς με τη Μάρλεν Ντίτριχ και πάρτι με κόκα και ομαδικούς βιασμούς στάρλετ από μεγαλοστελέχη των στούντιο, μέχρι τον κρυφό έρωτα της Τσίτας με τον Τζόνι Βαϊσμίλερ, τον ηθοποιό που ενσάρκωνε τον Ταρζάν.
   Περιγράφει και τους εξευτελισμούς που του επέβαλε το εκάστοτε αφεντικό του στούντιο για να του ξεκαθαρίσει πως δεν θα παίξει ποτέ τίποτα πέρα από τον Ταρζάν.
   Στο επόμενο βιβλίο του ο Μπγιορν Μποργκ θα τρελαίνεται μετά την πρόωρη συνταξιοδότησή του στα 26 και η σεξουαλική του ζωή θα περιγράφεται συμπιεσμένη σε ένα απόγευμα σε στιλ «Οδυσσέα» του Τζόις. 
  Έτσι υπόσχεται ο Λέβερ, όσο εμείς ήδη περιμένουμε την ελληνική έκδοση της «Τσίτας».
tanea.gr
newsbeast
newsit.gr
Μαρία Μαρκουλή / Τα Νέα
Βαγγέλης Βαγγελάτος / Ελευθεροτυπία
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Η περίφημη κραυγή του Ταρζάν
Οι Ταρζάν της μικρής και της μεγάλης οθόνης
Με το μάτι στην κλειδαρότρυπα του... Ταρζάν !
Ταρζανικά χαμόγελα !
Ένα πρωινό νωρίς στη ζούγκλα
Σσσσουουτ ! !